Showing posts with label να μην ξεχάσεις. Show all posts
Showing posts with label να μην ξεχάσεις. Show all posts

12.5.15

Μ'αγαπάς;



Δεν θέλω να μ'αγαπάς.
Δεν θέλω.
Δεν θέλω να υποκρινόμαστε, να υποδυόμαστε, να είμαστε ενδιαφέροντες και ευχάριστοι μεταξύ μας.
Δεν θέλω ευγένεια.
Δεν θέλω να λέμε ψέμματα ή κοφτερές αλήθειες, να συζητάμε ανούσια ή ουσιώδη θέματα.
Δεν θέλω να με ρωτάς για το πως πέρασα την ημέρα μου ή για το αν μπορώ να διαχειριστώ τη μοναξιά μου.
Δεν θέλω να απορείς για το αν αυτό το μήνα κατάφερα να πληρώσω το νοίκι μου ή αν βρήκα δουλειά.
Δεν θέλω να νοιάζεσαι και να με προσέχεις.
Δεν.
Δεν θέλω να ανησυχείς, να φαντασιώνεσαι, να περιμένεις, να ονειρεύεσαι.
Δεν θέλω να ελπίζεις, να εύχεσαι, να κάνεις σχέδια.
Δεν θέλω να θεωρείς κάτι δεδομένο, να βάζεις ταμπέλες και όρια.
Δεν θέλω ελεγχόμενες καταστάσεις.
Δεν θέλω να με έχεις ανάγκη ή να με χρειάζεσαι.
Δεν θέλω τα απλά μα ούτε και τα πολύπλοκα.
Δεν θέλω να είμαστε διαφορετικοί, μοναδικοί, κανονικοί.
Όχι, δεν θέλω.
Δεν θέλω να προκαλείς συναισθηματικούς (εκ)βιασμούς.
Δεν θέλω πληρωμένες αγκαλιές και μικρές ή μεγάλες υποχωρήσεις.
Δεν θέλω ταχυκαρδίες, θύελλες σκέψεων ή αβάσταχτα φορτία αισθημάτων.
Δεν θέλω να παρατηρείς το πράσινο κουμπάκι της διαθεσιμότητας δίπλα στο όνομά μου.
Δεν θέλω αναστεναγμούς στο τηλέφωνο.
Δεν θέλω να σου λείπω.
Δεν θέλω...
Δεν θέλω να γνωρίζεις ποιο είναι το αγαπημένο μου φαγητό, χρώμα ή στάση στο σεξ.
Δεν θέλω συστάσεις με τους φίλους σου ή να με γνωρίσεις στη μαμά σου.
Δεν θέλω να πιστεύεις πως είμαι καλός άνθρωπος.
Δεν θέλω.
Δεν θέλω να με νιώθεις, να θεωρείς πως συντονιζόμαστε.
Δεν θέλω να αναφέρεσαι σε διαστάσεις και λοιπούς γεωμετρικούς όρους.
Δεν θέλω να με καταλαβαίνεις.
Δεν θέλω...
Δεν θέλω.
Δεν θέλω να σε αποφορτίζω ή να σε φορτίζω.
Δεν θέλω να έχεις της εντύπωση πως μιλάω για σένα στα γραπτά μου.
Δεν θέλω...

Δεν θέλω να μ'αγαπάς, σου λέω.


Θέλω να θες.
Θέλω το θέλω σου να είναι τόσο τρανταχτό, μεγαλειώδες, σίγουρο και συμπαγές που να κάνει τα "δεν θέλω μου" να μοιάζουν απλά γελοία.
Θέλω να μην κωλώνεις απέναντι στην απόσταση, στα προβλήματα, στις λέξεις μου τις ίδιες.
Θέλω...
Θέλω να θες τόσο, που το "θέλω" σου να είναι πηγαία, πρωτόγονη ανάγκη.
Θέλω το φλεγόμενο, εκστατικό και ηδονικό σου θέλω.
Θέλω.

Θέλω να θες, λέω...



29.3.15

insignifican't



Ανεβαίνω τις σκάλες ολόγυμνη, όπως ακριβώς επίτασσαν οι οδηγίες.
Οι παλμοί επιταχύνονται και η ανάσα βαραίνει σκαλί το σκαλί.
Η πόρτα ανοιχτή. Εκπνοή. Ένα βήμα ακόμα. Χαμόγελο. Ανταποδοτικό χαμόγελο και ζεστό βλέμμα. Προαιρετικός υπότιτλος το "όντως συμβαίνει".
Όχι φιλιά και αγκαλιές -- οι οδηγίες θα ακολουθηθούν κατά γράμμα.

Ξέρουμε και οι δύο τι πρέπει να κάνουμε και -κυρίως- τι ακριβώς πρόκειται να ακολουθήσει. Η ακριβής περιγραφή της καύλας και η σιγουριά της ανυπαρξίας των εκπλήξεων είναι που μας έκαναν -μεταξύ άλλων- να συμφωνήσουμε.

Βάζω σαμπουάν στα χείλη μου. Mε ένα παφλασμό του στόματος φτιάχνω μια σαπουνόφουσκα και ξαπλώνω μέσα της χαζεύοντας τα σχήματα των ιριδιζοντων τοιχωματων της.

Το είναι μου, μοιάζει με ένα τεράστιο δωμάτιο -- καθαρό, λουσμένο με γλυκό φως, ήσυχο, άδειο και γαλήνιο. Χρειάστηκε πολύς κόπος, πείσμα, αποφασιστικότητα και σκληρές μάχες με την παράνοια των άλλων και τη δική μου, για να φύγει η μαυρίλα, η σαβούρα, η σαπίλα και ο περιττός θόρυβος.
Όσο πιο κοντά φτάνω σε αυτό που πραγματικά είμαι, οι τοίχοι του δωματίου πάλλονται ολοένα και πιο έντονα σύμφωνα με το μπιτ της κάθε στιγμής -- δεν τους βλέπω, αλλά τους νιώθω -- κι εγώ στη μέση του μεγάλου φωτεινού πουθενά, χορεύω -- χορεύω σαν ένα δίχρονο κοριτσάκι με κοκκινωπες χοροπηδηχτές μπούκλες -- όπως ήμουν κάποτε, στο πιο ειλικρινές κάποτέ μου.
Εντυπωσιάζομαι από το χρονικό διάστημα στο οποίο το δωμάτιο αυτό παραμένει ακέραιο. Όσες αποχρώσεις ή μορφές κι αν τα γύρω πάρουν, η γαλήνη, η ομορφιά και η ηρεμία του μένουν άθικτα. Και αυτό δεν ξέρω αν θα μπορούσα να του δώσω μια επίσημη ονομασία, αλλά μπορώ, νομίζω, αυθαίρετα να το αποκαλέσω "σπουδαίο κατόρθωμα".

Η θηλυκότητα δεν υπάρχει. Συστατικό κι αυτό της performance μας είναι. Άλλοτε σημαντικό, άλλοτε αμελητέο, αλλά πάντοτε ένα αξεσουάρ -- σαν τα καπέλα.. ή τις μάσκες.
Όταν τα σώματα ακουμπούν μεταξύ τους, τα αξεσουάρ μένουν να τα κοιτούν αποσβολωμένα απο το ύψος του πατώματος.

Αφήνω τα ρούχα που κρατούσα σε μια άκρη και πλησιάζω προς το κρεββάτι.
Ζεσταίνω τα χέρια μου με την ανάσα μου και αρχίζω να χαϊδεύω και να πιέζω το δέρμα της πλάτης.
Δεν σκέφτομαι, δεν φαντάζομαι, δεν είμαι -- δεν υπάρχει τίποτα ικανό να μπερδευτεί ανάμεσα σε δύο χέρια, μια πλάτη, δύο ανάσες. Νιώθουμε. Νιώθω και τα όλα του όλου γίνονται ηλεκτρισμός που διαχέεται μέσω των ακροδαχτύλων.
Έχω ανάγκη να δαγκώσω, να γλείψω, να προσφέρω ο,τι υγρό διαθέτει το σώμα μου για να σβήσω τον ηλεκτρισμό. Συγκρατούμαι περιμένοντας το σινιάλο -- όπως έχει συμφωνηθεί στις οδηγίες.

Υπάρχουν φορές που ελπίζω. Που περιμένω να δω εκείνα τα όμορφα που εκκολάπτονται και συμβαίνουν κάθε στιγμή -πιθανότατα ακόμα και σε αυτή εδώ- και που μέχρι τώρα μου διαφεύγουν, για να αναφωνήσω πως έγινε το θαύμα επιτέλους. Υπάρχουν και φορές που διακρίνω την αλήθεια της πραγματικότητας μέσα στο μαύρο των ματιών της και σαστίζω με την κυνικότητά της και τον αδίστακτο και σκληρό τρόπο που με γειώνει.

Αντιμετωπίσαμε τους καθρέφτες μας και τους αντικατοπτρισμούς μας, διαβάσαμε τις λέξεις ως είχαν ή ανάποδα και χορέψαμε στα κενά ανάμεσά τους. Μάθαμε να αντιλαμβανόμαστε κώδικες, σινιάλα και σύμβολα. Γελώντας, ακουμπήσαμε έννοιες που δεν έχουν οριστεί γιατί ίσως δεν γίνεται να οριστούν και τολμήσαμε να κάνουμε τις μακριές, απογευματινές μας βόλτες σε άλλες διαστάσεις. Κλείσαμε το μάτι στο τώρα, "ξεπεράσαμε" τα όριά μας και καβαλήσαμε άχρονες στιγμές γευόμενοι αιωνιότητες.
Συναντήσαμε κι άλλους που καταλάβαμε πως μπορούν να κάνουν το ίδιο και διαπιστώσαμε πως όχι μόνο δεν ήμασταν άγνωστοι μεταξύ μας, αλλά και πως ποτέ δεν ήμασταν μόνοι τελικά.
Από ένα σημείο και μετά, μαζευτήκαμε αρκετοί -- παραπάνω απ'όσοι πιστεύαμε εξαρχής τουλάχιστον. Πολλές συχνότητες, πολλοί κώδικες που όλοι τους μιλούν, φτιάχνουν, ζητούν και διψάνε και το ίδιο ακριβώς αόριστο (ή μη αόριστο) πράγμα.
Περάσαμε τέλεια, επικοινωνήσαμε, διασκεδάσαμε, ενωθήκαμε μεταξύ μας και όλοι μαζί με το σύμπαν. Νιώσαμε λιγότερο περίεργοι, "απροσάρμοστοι", "μη-κανονικοί". Και;
Όχι, αλήθεια, πες μου: και;

Κλείνω τα μάτια για όσο διαρκεί μια ανάσα και ένας ισοπεδωτικός ανεμοστρόβιλος εισβάλλει μέσα στη σαπουνόφουσκά μου και την σκάει. Ξανά. Γιατί; Πάμε πάλι. Πάμε πάλι από την αρχή.

Ένα μαντήλι αρκεί για να μου αφαιρέσει την αίσθηση της όρασης. Ξαπλώνω μετά από την έλευση του σινιάλου. Νιώθω αηδία, αποστροφή και σχεδόν δεν προλαβαίνω να νιώσω τίποτα. Νιώθω την μεταλλική γεύση ενός χαστουκιού μέχρι να ακολουθήσει ένα επόμενο χαστούκι, όλα να σκοτεινιάσουν μέσα στα δεμένα μάτια και να γεμίσουν με εκείνα τα αστράκια που συνηθίζεται να συνοδεύουν τα χαστούκια στα κόμιξ. Μια αβυσσαλέα μαυρίλα πνίγει το τώρα κι εγώ, τώρα, βρίσκομαι εντελώς συνειδητά πίσω απο το υποσυνείδητο. Εδώ στο τώρα.
Πίεση, πόνος. Έχω καταπιεί μια βόμβα. Η έκρηξή της θα κανει τα κύτταρά μου να διασπαστούν και να σκορπιστούν σε κάθε γωνιά του σύμπαντος, στο κενό, στο απόλυτο τίποτα -- αυτή, η πολυπόθητη, ηδονική έκρηξη...
Οι οδηγίες απαγορεύουν αυστηρά την ένωση σωματικών υγρών.

Ματαιότητα. Όσες γεύσεις κι αν εισχωρήσουν μέσα στους πόρους της γλώσσας, εκείνη της ματαιότητας επικρατεί.
Ίσως να μην είμαστε τόσο γενναίοι όσο πιστεύουμε για να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας όπως μέχρι τώρα τους γνωρίζαμε ή να ξεπεράσουμε πραγματικά τα όριά μας. Ίσως να μην είμαστε τόσο έξυπνοι όσο νομίζαμε. Ίσως να χτίσαμε έναν φανταστικό κόσμο και να χωθήκαμε μέσα του γιατί απλά βαρεθήκαμε τον κόσμο που ήδη υπάρχει ή γιατί δεν είχαμε κάτι άλλο καλύτερο (ή ομορφότερο) να κάνουμε. Ίσως πάλι να είμαστε λίγοι, εξελικτικά ανεπαρκείς.
Ίσως και όχι.
Ίσως να μην έχουμε ανακαλύψει ακόμα την φόρμουλα που θα μας οδηγήσει στο ένα βήμα παραπέρα.
Ίσως απλά να κάνουμε κύκλους γύρω απο τους εαυτούς μας ή να έχουμε τεράστια προβλήματα έκφρασης και συντονισμού -- κυρίως συντονισμού.
Δεν έχω ιδέα... Υποθέσεις κάνω...

Έπειτα από μια ώρα και δέκα λεπτά ακριβώς, βρισκόμαστε ξαπλωμένοι σαν παράλληλες λαχανιασμένες ευθείες. Θέλω τσιγάρο, θέλω ντουζ, θέλω αγκαλιά, θέλω μια απειροελάχιστη στιγμή τρυφερότητας. Χαμογελάω και λαμβάνω ανταποδοτικό χαμόγελο. "Σσσσςςς" λέω και σηκώνομαι. Παίρνω το πάπλωμα που ήταν ακουμπισμένο στην πολυθρόνα και σκεπάζω την έτερη ολόγυμνη ευθεία. "Δεν χρειάζεται να σηκωθείς" ψιθυρίζω. Μαζεύω τα πράγματά μου απο το πάτωμα, ντύνομαι και φεύγω, ενώ το μυαλό βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση εκστατικού οργασμού. Όσο εύχομαι να μην συναντήσω κάποιον γνωστό μπροστά μου, κοιτάζω το γύρω περιβάλλον. Η πόλη μοιάζει πιο κρύα, πιο γκρίζα, πιο άδεια και λιγότερο μαγική. Μπορεί αυτό να είναι το αληθινό της πρόσωπο.

Αν αυτό που κάναμε είχε κάποια επίσημη ονομασία, αυτή θα ήταν "αυνανισμός με σαδομαζοχιστικά στοιχεία". Εγώ θα επέλεγα κάτι που θα είχε μέσα του τις λέξεις "πραγματικότητα","ειλικρίνεια" και σίγουρα τη φράση "απουσία ερωτικών συναισθημάτων".
Κανείς δεν φτιάχνει παραμύθια για τον άλλον. Κανείς δεν ελπίζει για κάτι περισσότερο -- τα όρια ξεπερνούνται εξαρχής και μας θυμίζουν πως τελικά δεν υπήρχαν ποτέ. Κανείς δεν χρειάζεται να πει ψέμματα, να δείξει κάτι διαφορετικό απ'ότι είναι ή να προσποιηθεί -- να προσποιηθεί συναισθήματα. Όλα, γίνονται σύμφωνα με τις προδιαγεγραμμένες οδηγίες.

Ίσως να είμαι συναισθηματικά νεκρή. Ίσως να έχω απογοητευτεί περισσότερο απ'όσο φαίνεται. Ίσως όντως αυτός ο τρόπος να είναι ο πιο ειλικρινής -- μέχρι τουλάχιστον να έρθει το "ιδανικό", αν αυτό δεν είναι "ιδανικό". Ίσως έτσι να μοιάζει η ζωή έξω απο την σαπουνόφουσκα.
Ίσως και όχι.
Ίσως  αυτό να είναι το καταλληλότερο αντίδοτο για όταν κλαψουρίζω σιωπηλά "θέλω αγκαλιά" και "γιατί να μην είσαι τώρα εδώ" -- δεν θα με πάρεις αγκαλιά, δεν θα είσαι "τώρα εδώ". Για τα χαστούκια της πραγματικότητας δεν υπάρχουν οδηγίες, δεν είσαι προετοιμασμένος και είναι πολύ πιο δυνατά.
Ίσως πάλι να είμαι πολύ σκληρή με τον εαυτό μου, όντως -- αλλά η αλήθεια είναι πως αφενός δεν έμαθα και ούτε μου έμαθαν ποτέ να μου φέρομαι διαφορετικά και αφετέρου, όσο κι αν ψαχνω δεν βρίσκω τον λόγο για να μην είμαι.

Δεν ξέρω.  Υποθέσεις κάνω....

Βρίσκομαι μέσα στο φωτεινό, καθάριο δωμάτιο με τους παλλόμενους τοίχους. Στην αρχή δεν μπορούσα να συνηθίσω τη μοναξιά -- τώρα πια δεν με ενοχλεί.
Σκέφτομαι να πάρω ένα μαύρο σπρέι και να γράψω στους τοίχους κάτι έξυπνο, με παλμό και λακωνικό που να λέει πάνω κάτω πως κουράστηκα με τις αποκωδικοποιήσεις και τις ερμηνείες. Πως βαρέθηκα με τον αυτοσκοπό της διαπίστωσης των ενώσεων και την ίδια την ματαιότητα. Πως θέλω να μιλάς. Να μου μιλάς ξεκάθαρα και απευθείας, χωρίς υπονοούμενα, έντεχνα κείμενα ή στίχους. Πως ναι, είναι όμορφα όλα αυτά και μας βοηθάνε να κάνουμε και λίγη τέχνη, αλλά η τέχνη ως τέχνη είναι για τον πούτσο -- και πιθανότατα και εμείς, για τον πούτσο είμαστε. Πως δεν μπορώ να σταματήσω να αναρωτιέμαι αν τα έχω όλα τελικά ή αν τελικά δεν έχω τίποτα. Πως οι υπερβατικές μας ενώσεις δεν μοιάζουν με ο,τιδήποτε άλλο και δεν μπορούν να σταματήσουν να με ξεπερνούν. Πως που και που με πληγώνεις και μισώ όταν συμβαίνει αυτό. Πως μου θυμίζεις όλα όσα θέλω και δεν έχω. Πως με κάνεις ακόμα να νιώθω.
 Όσο δεν μου'ρχεται όμως η ατάκα που να μου αρέσει και να ειναι η καταλληλότερη, τόσο απορρίπτω την ιδέα του graffiti.
Προτιμώ αυτό το δωμάτιο της πραγματικότητάς μου να μείνει καθαρό τελικά τώρα -- κάνει ωραία αντίθεση με την υπόλοιπη πραγματικότητα έτσι.
Δεν ξέρω...

Χορεύω σαν δίχρονο κοριτσάκι με το μπιτ της στιγμής.

Τα κείμενά μου χάνουν την μουσικότητά τους και δεν ξέρω καν πως ακριβώς μπορεί να παιχτεί το παιχνίδι ώστε η πραγματικότητά μας να μην μοιάζει ως "αμοιβαίο αυνανισμό με σαδομαζοχιστικά στοιχεία".
Δεν μπορούμε να βάλουμε εδώ οδηγίες -- οι οδηγίες προϋποθέτουν απουσία συναισθημάτων.
Τα συναισθήματα είναι αυτά που δυσκολεύουν τα πράγματα, και αυτό το δύσκολο όταν ξεπεραστεί είναι που κάνει τις πραγματικότητες να φτάνουν στο "ιδανικό".
Στο παραμυθένιο. Στο μαγικό.

Φτάνουν όμως όντως ποτέ;

Δεν έχω ιδέα.



9.12.14

realshionships


Πραγματικότητα.
Πραγματικότητα...
"Πραγματικότητα"

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Βρίσκεσαι μόνος σε ένα δωμάτιο. Τοίχος δεξιά. Τοίχος αριστερά. Έπιπλα. Αντικείμενα. Μπιχλιμπίδια. Υφάσματα. Ηλεκτρικές συσκευές. Ρεύμα.

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Είσαι ξαπλωμένος στο πάτωμα, στον καναπέ, στο κρεββάτι.
Κλείνεις τα μάτια και χορεύεις μέσα στο κεφάλι σου. Σκοτάδι, λέξεις, σκέψεις, εικόνες που χάνονται η μία μέσα στην άλλη, χρώματα, πάτερνς.
Αναπνοή. Αναπνοή. Αναπνοή. Αισθήσεις. Αίσθηση.

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Αυτό.

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Αυτό είσαι.

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Αυτό το αδιάκοπο, το αέναο, το ανεπαίσθητο, το ζωοδόχο, το μαγικό "τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ".

Αυτό είναι και θα είναι η πραγματικότητά σου. Μέχρι και το τελευταίο "τουκ", πριν η καρδιά σωπάσει.



τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ


Η πραγματικότητα δεν προσδιορίζεται από τις συντεταγμένες, τα χρώματα, τα σχήματα, την ύλη.

Άνοιξε τα μάτια, κοίταξε γύρω σου και φαντάσου τα πάντα να παρασύρονται από εκείνο το παχύ και πανύψηλο, το μεγαλειώδες κύμα που πρωταγωνιστεί στα όνειρα των Αυστραλιανών σέρφερς.

Τα σπίτια γκρεμίζονται, τα αντικείμενα σπάνε, τα υφάσματα καίγονται, οι οθόνες σβήνουν, το ρεύμα σταματά να ρέει.
Ανά πάσα στιγμή.
Ανά πάσα στιγμή μπορούν τα πάντα να χαθούν.
Ανά πάσα στιγμή, μπορεί η "πραγματικότητα" να αλλάξει, να γυρίσει τούμπα, να μοιάσει αγνώριστη και ξένη.

*Τζζζζζζζζζζτ*

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε μέσα τους. Αντίκρισε το τώρα σου κατάματα. Η εικόνα αυτή είναι οικεία.
Παρελθόν, μέλλον. Μνήμη, όνειρα. Όσες φορές κι αν η εικόνα αλλάξει, πάντα την αίσθηση του οικείου θα'χει. Πάντοτε, θα βλέπεις τον εαυτό σου εκεί μέσα.
Το συνονθύλευμα των εικόνων, οι ανεπαίσθητες εναλλαγές τους, η μεγαλύτερη εικόνα, ακόμα κι αν μοιάζει αφόρητα υπερ-ρεαλιστική, πάντοτε θα είναι εσύ.

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

Καρδιοχτύπια.
Ενώσεις.
Ενέργειες, ματιές, αγγίγματα, χαμόγελα, λόγια, λέξεις.

Αν δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, η μοναχική πραγματικότητά μας θα ήταν άνοστη.

Δεν σου ανήκει κανείς, δεν ανήκεις σε κανέναν. Όμως να, ίσως και να έχουμε ανάγκη τους άλλους ώστε το "τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ" να έχει νόημα.

Ζωές. Ζωές παράλληλες, ζωές που τέμνονται. Ζωές ως κρίκοι μιας αέρινης αλυσίδας. Ζωές που ακουμπούν και ηλεκτρίζονται, απωθούνται ή ενώνονται. Καρδιοχτύπια που συγχρονίζονται.

Είμαστε διαφορετικοί, αλλά μπορούμε, έστω και για ανοιγόκλεισμα του ματιού του χρόνου, να γίνουμε ένα.

Αλήθεια μπορούμε.




Κι αν είναι τόσο δύσκολο το να καταφέρουμε να καταλάβουμε εμείς τι έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, τι θέλουμε, τι νιώθουμε, φαντάσου πόσο δύσκολο είναι να καταλάβουμε τι θέλουν, τι νιώθουν, τι έχουν μέσα στο κεφάλι τους οι άλλοι.

Ακόμα κι αν διαβάζουμε ανάμεσα στις γραμμές, το κενό είναι αβυσσαλέα τεράστιο και το να γλιστρήσουμε μέσα του ανήκει πάντοτε στην πλειοψηφία των πιθανοτήτων.

Το τέρας του Εγώ έχει σκοτωθεί σε προηγούμενη μάχη και τώρα πια καταφέραμε να είμαστε κανείς. Καταφέραμε κάπου κάπου να κυριολεκτούμε και να βάζουμε τον εαυτό μας επάνω στις γραμμές και όχι ανάμεσά τους.

Άνθρωποι έρχονται και φεύγουν, ξαναέρχονται και μπορεί όμως να ξαναφύγουν.

Σε νοιάζει τελικά;



Κατανόηση, ενδιαφέρον, φροντίδα, τρυφερότητα, αγάπη.

Πράξεις.

Έκφραση.



τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ


[σιωπή]


τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ

τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ








































ξημέρωσε...

















έλα



30.11.14

γουατεβερ

"Να μωρέ, εδώ, τρέξιμο πολύ. Εσύ πες πως τα πας..."

Μια πρόταση με ένα ζεστό χαμόγελο να τη συνοδεύει και ένα χειμαρρώδες κοκτέιλ λέξεων, αισθημάτων και ηλεκτρισμού γεμίζει, παραγεμίζει και ξεχειλίζει τα ποτήρια του καφέστοχέρι, τα χρωματιστά φλυτζάνια, τα μεγάλα ποτήρια βαρελίσιας μπύρας, τα μπουκάλια της βεργίνας, τα φαντεζί κολονάτα ποτηριά του κρασιού ή του κονιάκ, τα λιτα και απέριττα κρασοπότηρα ταβέρνας, τα σφηνάκια.

Ώπα, κάτσε. Περίμενε λίγο. Bρισκόμουν στην απομόνωση και τώρα που επέστρεψα έχω μερικές απορίες:
Σε ποιο απύθμενο λάκκο ήταν θαμμένες όλες αυτές οι λέξεις τόσο καιρό; -- ή μήπως δεν επικοινωνούμε πια μονάχα με λέξεις;
Που ήταν κρυμμένα τόσα παράπονα, τόσα προβλήματα, τόσες χαοτικές σκέψεις; -- ή μήπως και τώρα είναι κρυμμένα, για τους πολλούς και απλά πιστεύεις -ή, έστω, ελπίζεις- πως κάποιοι λίγοι μπορούν όντως να σε καταλάβουν;
Πάντοτε κολυμπούσαμε τόσο βαθιά στην ματαιότητα; --  ή μήπως είναι κι αυτό ένα επιφανειακό, ανούσιο "σημείο των καιρών" μας; 
Έχει κανείς ιδέα πότε άρχισαν οι εξ επαφής πυροβολισμοί στην μοναξιά και την απομόνωση; -- ή άρχισες να θες να μοιράζεσαι και να εξωτερικεύεις τα μέσα σου, πριν εκείνα σε κατασπαράξουν όπως γινόταν μέχρι τώρα με μαθηματική ακρίβεια;

"Δεν ξέρω ρε συ... Πάρ'το αλλιώς και χαμογέλασε στο τέλος. Σίγουρα όμως, δεν με κουράζεις και καλά κάνεις και μιλάς και μοιράζεσαι και επικοινωνείς -- δεν είσαι μόνος σου και όλοι άνθρωποι είμαστε -- θα εκπλαγείς για το πόσα μυαλά υπερφορτίζονται από τις ίδιες με τις δικές σου σκέψεις. Δεν θα πεθάνουμε εμείς. Δεν θα παραιτηθούμε εμείς. Κυρίως επειδή έχουμε ο ένας τον άλλον. Επειδή δεν ντρεπόμαστε να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Επειδή είμαστε αληθινοί. 
Πάρε μια βαθιά ανάσα και βούτα μέσα στην φωτιά. Στην αρχή κάτι θα χάσεις, αλλά στο τέλος αυτό που θα έχεις κερδίσει θα σε αποζημιώσει. Μπορώ να έχω άλλη μια μπύρα, παρακαλώ;"

Και ο μπαμπάς της έφυγε από το σπίτι γιατί δεν άντεχε άλλο. Και εκείνος χώρισε και τώρα πονάει παρόλο που δεν ήθελε ποτέ να είναι αυτός που θα πονέσει. Και εκείνη δεν έχει πάπλωμα να σκεπαστεί και είναι πλέον Δεκέμβρης. Και η δουλειά του δεν πάει καθόλου καλά. Και στα 60 της της υπολείπονται 200 ένσημα για τη σύνταξη και δεν έχει κανέναν να της τα περάσει. Και τα χρήματα που κερδίζει εκείνος, δεν είναι αρκετά -- για κανέναν δεν είναι αρκετά. Και η σχέση της περνάει κρίση και στα 23 της νομίζει πως δεν είναι επιθυμητή. Και εκείνος είναι γεμάτος ανασφάλειες. Και εκείνη νομίζει πως φταίει για όλα. Και εκείνος είναι τόσο μπερδεμένος και δεν έχει ιδέα για το τι του γίνεται, γι'αυτό θα πάει για ψυχανάλυση. Και εκείνη δεν έχει δουλειά. Και εκείνος δεν έχει σπίτι. Και, και, και... ΣΤΟΠ.

Ξέρω πως θες να τα πεις όλα αυτά για να ξεσπάσεις, αλλά δεν έχω ιδέα γιατί τα λες σε μένα. Υποθέσεις μόνο μπορώ να κάνω: ίσως θες μια καθαρή ματιά, ίσως έχεις την εντύπωση πως όχι μόνο μπορώ να σε ακούσω αλλά και να σε καταλάβω ή ίσως βλέπεις στο πρόσωπό μου μια νίκη σε αυτό που προσπαθείς εσύ *τώρα* να νικήσεις.
Λυπάμαι.
Μπορώ να ακούσω, μπορώ να καταλάβω, αλλά δεν μπορώ να βοηθήσω περισσότερο. Ακόμα κι αν ξέρω "κάτι παραπάνω", αν βλέπω τη συνέχεια που, για να είμαι ειλικρινής, κάπως αχνοφαίνεται, δεν θέλω να σου το χαλάσω -- την ίδια συμπεριφορά είχαν κάποιοι, κάποτε, σε εμένα και τώρα μπορώ να το κατανοήσω.
Η εμπειρία δεν μεταδίδεται και το ταξίδι είναι απόλυτα μοναχικό και σκληρό. Μπορώ να σε πάρω μια αγκαλιά -- πραγματική ή νοητή. Μπορώ να σου δώσω κουράγιο, να σε βοηθήσω ίσως πρακτικά σε κάποια πράγματα και σίγουρα να σε παροτρύνω να αφήσεις πίσω σου τον οποιονδήποτε φόβο και να τολμήσεις. Το βίωμα όμως πρέπει να το... ζήσεις.
Ο καθένας έχει έναν δικό του δρόμο να χαράξει και να διανύσει μέχρι τέλους. Μπορεί οι πορείες να μοιάζουν στην ουσία τους, στην βάση τους, όμως οι μάχες που έχουν ως έπαθλο την Αρμονία και την Ισορροπία γίνονται αποκλειστικά σώμα με σώμα με τα τέρατά μας και δεν χωρούν άλλοι μέσα σε αυτές. Για το μόνο που μπορώ να σε διαβεβαιώσω είναι πως στο τέλος θα έχεις πεθάνει και θα έχει ξαναγεννηθεί, ίσως και περισσότερο από μία φορές -- έτσι πάει, γενικά. Εξέλιξη και αλλαγή, ακόμα κι αν είσαι από εκείνους που απεχθάνονται και αποφεύγουν τις αλλαγές.

"Τι να σου πω τώρα για εμένα...ναι, είμαι όντως καλά. Πέρασα πολύ δύσκολα, υπήρξαν άπειρες καταρρεύσεις που η τραγικότητά τους αυξανόταν με γεωμετρική πρόοδο, αλλά βουαλά! Επέζησα ρε! Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς από τη στιγμή που αποφάσισα να παλέψω πραγματικά" απαντάω στην προδιαγεγραμμένη ερώτησή σου.
Είτε απο δίψα για παραμύθια, είτε από τακτ, θα ρωτήσεις λεπτομέρειες και εγώ συναισθηματικά πλέον νεκρή και μέσα σε χαχανητά και θαυμαστικά. θα σου χαρίσω μια, διαφορετική κάθε φορά αλλά χιλιοειπωμένη όπως και να'χει, ιστορία:
"ε, να... ήταν εικοσιτρείς αυγούστου όπου κατέρρευσα στην κουζίνα. Εκείνη την ημέρα δούλευα απο το πρωί, στις εφτά. Μέχρι το απόγευμα έβγαινα κάθε τόσο, για περίπου ένα δεκάλεπτο, ξέσπαγα σε λυγμούς και μετά ξαναγυρνούσα πίσω. Ότι να'ναι γενικά! Αφού λοιπόν είχα ζήσει όλη μέρα την απόλυτη φρίκη εγκεφαλικά, ψυχολογικά αλλά και σωματικά -και αν και δεν επηρέαζα και ήμουν διακριτική με τους υπόλοιπους, εκείνοι ταυτόχρονα έδειχναν και μια πρωτοφανή κατανόηση, γιατί στην Άγονη Γραμμή, γνώριζαν τον λόγο της κατάρρευσής μου- το βράδυ όλα έγιναν πολύ χειρότερα! 
Μου ζήτησαν να φτιάξω μια σαλάτα. Την φτιάχνω. Την επιστρέφουν πίσω. Μου λένε πως η σαλάτα ήταν χωρίς κρεμμύδι. Εγώ απλά κλαίω γοερά μπροστά σε όλους. Δεν παραιτούμαι. Προσπαθώ να φτιάξω εκ νέου σαλάτα. Παίρνω τη ντομάτα να την κόψω. Χωρίς να το καταλάβω, την σφίγγω με τόση δύναμη που σχεδόν πολτοποιείται! Η αφεντικίνα βγαίνει έξω, φωνάζοντας βοήθεια. Εγώ συνεχίζω. Έρχονται και με τραβάνε την ώρα που ψιλοκόβω το αγγούρι, αλλά δεν φεύγω. Κλαίω. Οι φακοί επαφής πέφτουν στο πιάτο. Μπαίνει η άλλη η υπεύθυνη μέσα και στριγκλίζει να με πάρουν απο εκεί. Τελικά φεύγω μόνη μου. Πηγαίνω στο σπίτι όπου μέναμε όλοι μαζί και συναντώ τον Μπάι. Αρχίζω να ουρλιάζω για το νόημα. Τον ρωτάω επανειλλημένα ποιο είναι το νόημα και γιατί στην τελική τα κάνουμε όλα αυτά. Εκείνος μου απαντάει πως δεν μου μιλάει γιατί δεν θα έπρεπε να είμαι εκεί, αλλά επάνω, στην κουζίνα και να δουλεύω, όχι να λέω τέτοια πράγματα.  Στο τέλος, με πήρε ο ύπνος στον καναπέ, η κουζίνα έκλεισε 5 ώρες νωρίτερα και κάποιος διακοπάνθρωπος έφαγε τους φακούς μου με σάλτσα μπαλσάμικο και φλέικς παρμεζάνας! Αλλά όλα αυτά πέρασαν. Άντε, στην υγειά μας!"
Και τα ποτήρια ξεχειλίζουν και οι ιστορίες με χαμογελαστή αφήγηση δεν μοιάζουν τραγικές και οι τραγικές ιστορίες ανεξαρτήτως ύφους κάνουν τους άλλους να σκέφτονται πως οι ζωές τους δεν είναι και τόσο χάλια τελικά και οι χιλιοειπωμένες ιστορίες ξορκίζονται και κάθε φορά που μοιράζονται χάνουν λίγο από το φορτίο τους μέχρι να αποκτήσουν πουπουλένιο βάρος. Ξέρω σου λέω.

 Ήρθε ο καιρός των πράξεων, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει πως θα τσουγκρίζουμε για πάντα ποτήρια διάφορων σχημάτων και μεγεθών, ακόμα κι αν που και που μας λείπουν οι επίπεδες λέξεις μας. Είναι η εποχή που η ανθρωπιά βγαίνει από την κρυψώνα της και παίρνει τη μορφή αστρικής καταιγίδας -- και αυτό το έχουμε περισσότερο ανάγκη.
Νομίζω πως το βίωσα πολύ νωρίς και άγαρμπα, νιώθω πως έπιασα απροετοίμαστους τους γύρω μου αλλά μπορώ να δώσω πίσω όλα τα μεγάλα και τα σπουδαία που πήρα όταν τα είχα ανάγκη, σε εκείνους που τώρα έχουν ανάγκη.

Δεν θέλω άλλη φιλοσοφία. Άλλες συζητήσεις για το τι, το πως, το γκρι.
Δεν θέλω, γιατί δεν θέλω να πω κάτι περισσότερο.
Δεν θέλω, γιατί, για να πω την αλήθεια, τις αντοχές σου δεν τις γνωρίζω.
Από τότε που με θυμάμαι έψαχνα την ουσία των πραγμάτων, την βάση τους, τους συνδετικούς τους κρίκους και τώρα πια, στην ουσία τους, στην βάση τους, όλα μοιάζουν υπερβολικά ίδια και ο παρανομαστής είναι εκνευριστικά κοινός -- όλα τα έργα είναι σχεδόν ίδια, πια. Ηθοποιοί που κάθε φορά κάποιον άλλο σου θυμίζουν και πανομοιότυπα σενάρια με φινάλε που δεν κρύβουν καμία ανατροπή. Δυστυχώς.
Φοβάμαι μήπως φτάσεις στο ίδιο συμπέρασμα με εμένα. Φοβάμαι μήπως χάσεις τον ενθουσιασμό σου και το κάθε τι "καινούριο" και εσύ. Αγνοώ συγκεκριμένες σου λέξεις, αλλάζω θέμα συζήτησης, κάνω πως δεν καταλαβαίνω και εθελοτυφλώ σε συμπεριφορές σου γιατί ίσως σε αγαπώ περισσότερο απ'όσο νομίζεις.
Βλέπω ότι δεν έχεις φτάσει σε εκείνο το σταυροδρόμι της διαδρομής και χαίρομαι γι'αυτό. Ανακουφίζομαι.
Η ελπίδα του να κατανοήσει κάποιος εμένα, προ πολλού πετάχτηκε και πνίγηκε στον πιο απότομο γκρεμό -- και... είμαι ΟΚ με αυτό. Γουατέβερ.

Προχθές ήταν μια κουραστική μέρα αλλά και δύσκολη. Δύσκολη, γιατί -εκτός των άλλων- αρνούμαι να παίξω μουσική σκοτεινή και καταθλιπτική, παρόλο που κάποιοι επιμένουν πως "αυτό θέλει ο κόσμος". Μπορεί αυτό να θέλει ο κόσμος τώρα, αλλά εγώ δεν θέλω. Θέλω φως, θέλω χαρά, θέλω χορό πάνω στο παρκέ της αισιοδοξίας.
Φτάνει τόσο με τις καταθλίψεις.
Και μερικά ζευγάρια σηκώθηκαν από τις ντιζαινάτες καρέκλες τους και χόρεψαν το "I can't take my eyes off you" κι οι πιο ντροπαλοί κουνιόταν καθιστοί σύμφωνα με το ρυθμό και οι υπόλοιποι χαμογελούσαν και εγώ ένιωσα έναν κεραυνό χρυσόσκονης να χτυπά τον εγκέφαλό μου και ένα ζεστό κύμα να κατακλύζει το είναι μου. Ικανοποίηση.
Όχι άλλο σκοτάδι μωρέ.
Μετά την δουλειά, το "άι νιιιντ γιου μπέεειμπι" που ξεγλιστρούσε απο τα χείλη μου έκανε την κρούστα σιωπής των άδειων δρόμων της πόλης να ραγίζει. Φτάνοντας στο σπίτι η μυρωδιά του καινούριου μου χάρισε ένα γλυκόπικρο χαμόγελο και κοιμήθηκα αγκαλιάζοντας την απουσία σου. Δεν έχεις ιδέα -- ξέρω.

Τα τείχη έχουν μεταφερθεί λίγο πιο εκεί, αλλά (μάντεψε!) υπάρχουν και ίσως να είναι και υψηλότερα από ποτέ -- κι αυτό είναι ίσως που σε ξεγελά και σε κάνει να πιστεύεις πως η άγονη γραμμή με "μαλάκωσε".
Αν μετανιώνω για κάτι από όλη αυτή τη, κατά κάποιους περίεργη, διαδρομή είναι που, σε κάποιο πραγματικό ή νοητό τσούγκρισμα ποτηριών, σου επέτρεψα να κρυφοκοιτάξεις ανάμεσα απο αυτά τα τείχη, πίσω από τις άμυνες.

Είμαι όντως καλά, αλλά να... το ταξίδι είναι στη βάση του υπερβολικά μοναχικό και σκληρό, ξέρεις...


5.11.14

Υπαρκτή -αλλά αμελητέα- διάσταση.

Φίλε,
περπατάμε επάνω σε χώματα, τσιμέντα, πίσσες, λασπόνερα και όχι σε πούπουλα, παχιές μοκέτες ή κόκκινα χαλιά. Θέλω να πω, πως η εποχή αυτή δεν είναι για πριγκίπισσες, βασιλιάδες και στέμματα παρόλο που τα παραμύθια και η *μαγεία* συνεχίζουν να βρίσκονται ατόφια και λαμπερά ολόγυρά μας -- κι αν, έτσι για να περνά η ώρα, έβγαζες από την τσέπη σου ένα κέρμα και μου ζητούσες να διαλέξω, θα επέλεγα "πλάτος" και θα σταύρωνα τα δάχτυλα ώστε οι αυστηρές πιθανότητες του 50-50 να διαψευστούν από αυτή την -υπαρκτή αλλά αμελητέα κάθε φορά- διάσταση.



Θα ήθελα τόσο να σου μιλήσω για φως, σκοτάδι και τη γραμμή ανάμεσα σε αυτά τα δύο· για ρίσκα, και κίνηση, αλλαγή και εξέλιξη. Θα ήθελα, καλέ μου, να σου διηγηθώ ιστορίες για καθημερινότητες, όνειρα, δεδομένα και ελπίδες που σε ένα βράδυ ανατινάχθηκαν, έγιναν εντυπωσιακά πυροτεχνήματα και από την λάμψη τους φτιάχτηκαν καινούρια άλλα -- και δεν έχει σημασία αν τα νέα ήταν μικρότερα, μεγαλύτερα, περισσότερο σταθερά ή συμπαγείς.
Θα ήθελα με μια ανάσα να σου αναλύσω το λογικό του παράλογου, το αναπάντεχο που περιέχεται στο συνηθισμένο και τη διαύγεια -ή την αντιληπτική ικανότητα- που απαιτείται για να καταλάβεις και να απολαύσεις. Μα θα ήθελα να σου εξηγήσω και την Ματαιότητα της λούπας, της λούπας, της λούπας, της λούπας το κέντρο και την μικρή ή την μεγάλη της ακτίνα, την οποία είτε χαμογελάς και αποφασίζεις να την αποδεχτείς είτε την αφήνεις να σε κατατρώει, να σε σκουριάζει, να σε ακινητοποιεί. Θα ήθελα να ξεγελάσω την βαρύτητα και να αιωρηθούμε στο ανάλαφρο τίποτα μουρμουρίζοντάς σου παραμύθια, μα δεν μπορώ να βρω κάτι καλύτερο ή περισσότερο περιεκτικό από εκείνο το ταλαίπωρο το Κόκκινο Παγκάκι -- σε αυτό το τώρα τουλάχιστον.

Αγαπημένε μου Φίλε,
Ασε λιγάκι στην άκρη ρε συ την ηδονή, τα πάθη, τα σωματικά υγρά, τα ανοιχτά πόδια και πάμε στο βαθύτερα ανθρώπινο, σε αυτό που -ίσως- και να είναι πιο πολύτιμο.
Περισσότερο απ'όλα ξέρεις, θα ήθελα να σου γράψω με μελάνι σε ένα χαρτί ώστε να μπορείς να ανατρέχεις σε αυτό κάθε φορά που ξεχνάς για την υπόκωφη αγένεια της Ευγένειας. Για τον άθλο της ολοκληρωτικής Κατανόησης. Για τις παγίδες της Ελπίδας. Για τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα του άκαμπτου Εγώ. Για την υγρή ζεστασιά που σε κατακλύζει όταν σταματάς να αντιστέκεσαι. Για τα περιττά ατσάλινα τείχη και τα αλεξίσφαιρα υπόγεια καταφύγια της Μνήμης. Για το ρίσκο μα και την εκστατική χαρά της Δράσης, Για την πολυμορφική Τρυφερότητα. Για την αυτόφωτη Αρετή. Για γκρι Ισσοροπία. Για Αγάπη.

Όλα μοιάζουν τόσο ίδια συνεχώς, αλλά πόσες φορές τα αντικρίσαμε πραγματικά με καθαρή και αισιόδοξη διάθεση εκ νέου ανακάλυψης; Με νιώθεις;

Σήμερα ένα μάτσο σύννεφα έχουν φτιάξει έναν κατάλευκο ουρανό και παρακινούν φρέσκες ανάσες, όμως ότι κι αν ήθελα να σου πω, δυστυχώς (και όντως θλίβομαι γι'αυτό) χάνεται μέσα στον προσωπικό κάστομ τυφώνα του τώρα όπου τα όλα μου στροβιλίζονται μανιασμένα και εγώ βρίσκομαι στο κέντρο τους -- θα τελειώσει όμως αυτό... κι αν δεν τελειώσει, οι ταχύτητές του θα αλλάξουν, σύντομα....

Παρόλο που δεν μπορείς να περιμένεις, αν και θα ήθελα να περιμένεις, θέλω να σου πω ατάκες όπως "Προχώρα", "Κοίταξε τον ουρανό και πέτα", "Μην φοβάσαι να περπατήσεις τον δικό σου τον δρόμο", "Σκάσε μου ένα χαμόγελο" και όνειρα απραγματοποίητων πραγματικοτήτων. Δεν νομίζεις πως είναι λιγάκι άδικο να μεταφράζεις τα κάθε φορά "μπορώ" μου, τα "θέλω" μου σε ικεσίες και να τοποθετείς το "ανούσιο" ως παρανομαστή τους;

Πας εκεί που θες να πας, βλέπεις ο,τι θες να δεις και ο,τι μπορείς να φανταστείς είσαι κάτι παραπάνω απο ικανός για να το πραγματοποιήσεις -- η παράθεση των δικών μου κλισέ.

Αγαπημένε μου,
Με έχεις δει - σε έχω δει και επάνω σε αυτό, δεν χωράνε ψέμματα και μάσκες -- αυτά κράτα τα για τους άλλους, αν σε βολεύει αυτό. Πάρτο όπως θες, διάβασέ το με οποιο ύφος επιλέξεις, ίσια ανάστροφα και σε οχτώ εκατομμύρια διαστάσεις, μα αυτή ακριβώς είναι η αλήθεια μας.

Αν θες να φύγεις, φύγε. Αν θες να σωπάσεις, σώπασε. Αν θες να ταξιδέψεις, ταξίδεψε. Αν θες να κάνεις ένα μακροβούτι ως το κέντρο της γης ή ένα σάλτο τόσο ψηλό όσο χρειάζεται για να ακουμπήσεις το ταβάνι του ουρανού, κάντο.

Ίσως κάποια στιγμή τα "θα'θελά" μου να πραγματωθούν. Ίσως κάποια στιγμή να κοπεί το ρεύμα σε εκείνα τα ηλεκτροφόρα σύρματα και να μπορέσει ο ένας να ακουμπήσει τον άλλον. Ίσως κάποια στιγμή να χορτάσουμε απο τις προσωπικές μας ελευθερίες και να αποφασίσουμε να μοιραστούμε. Πάλι τα "ίσως", αλλά η λογοτεχνία και τα ποιήματα δεν ταιριάζουν πια εδώ μέσα -- ποτέ δεν ταίριαξαν είναι η αλήθεια.

Φίλε μου,
Σήμερα, ένας εισαγγελέας, ένας γιατρός και δύο φουσκωτοί, θα πάνε στο σπίτι του Ξ. και θα τον βάλουν σε μια ψυχιατρική κλινική για 'το καλό του'.

Συγκεκριμένα, σήμερα "ένας από εμάς το'χασε" και εγώ δεν έχω τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την διάσταση των συναισθημάτων που προκαλεί η εντός των εισαγωγικών φράση.

Πολυαγαπημένε μου,
Σήμερα, όλα τα "θα'θελά" μου μοιάζουν μικροσκοπικά και αδιαφορώντας για το αντίτιμο ή την όποια πλευρά του νομίσματος, το μόνο που θα ήθελα είναι να είσαι καλά.

Ίσως κάποτε να τα ξαναπούμε εκεί, στην άκρη της Γης, όμως σήμερα, συγκεκριμένα, σκάσε μου μόνο ένα χαμόγελο.


16.2.14

ΥΓ




Ένα ακόμα πριν το τέλος.
Ένα σημείωμα.
Μια εξήγηση.
Ένα ασύντακτο κείμενο για φως και σκοτάδι και τα ίδια τα ίδια τα ίδια τα ίδια τα ίδια.


Όχι.

Αυτή τη φορά σιωπή.
Το μόνο που έχω, για αυτή τη φορά, είναι η σιωπή -- και ένα υστερόγραφο.

ΥΓ: οι τοίχοι είναι χτισμένοι επάνω σε άμμο. Αν θες να τους ρίξεις το πλαστικό φτυαράκι παραλίας αρκεί. Βαριέσαι όμως, έτσι;
Ή μήπως φοβάσαι;


9.12.13

Η κατάρα του να σε καταλαβαίνεις.


Όταν ήμουν είκοσι χρονών και με ρωτούσαν πως με φαντάζομαι στα τριάντα, απαντούσα... "νεκρή".

Η απάντηση δεν περιείχε ίχνος απαισιοδοξίας, δράματος ή μαυρίλας, παρόλο που έτσι έφτανε στα αυτιά των άλλων --  ήμουν απλά ανίκανη να προσδιορίσω ακόμα και ένα μικρό κομματάκι του κατά 10 χρόνια μεγαλύτερου εγώ μου.

Πως θα μπορούσα άλλωστε; Πως θα μπορούσα να μαντέψω, να προβλέψω, ακόμα και απλά να φανταστώ πως θα με έκαναν να μοιάζω όλα εκείνα που θα βίωνα τα επόμενα δέκα ολόκληρα χρόνια -- παρόλο, βέβαια, που αν ξεχειλώσουμε την έννοια της απάντησης, εκείνη μοιάζει να είναι σοκαριστικά προφητική...

Δέκα χρόνια λοιπόν, που μου έδωσαν μερικές άσπρες τρίχες, που τελικά γέμισαν με ανθρώπους, που ήταν πλούσια από συναισθήματα, από σωστά και λάθη, από πτώσεις και απογειώσεις, από συνεχόμενες επιλογές και αποφάσεις και λέξεις και σκέψεις και πράξεις· δημιουργικότητα. Δέκα χρόνια πνιγμένα στην δημιουργικότητα και δέκα χρόνια εμπειριών και μαθημάτων ζωής. Δέκα χρόνια... ζωή.

Τόσα πολλά... είναι όλα τόσα πολλά...
Είναι οι συνειδητοποιήσεις που μετατρέπονται σε φάρους, σε οδικές ταμπέλες και αστραφτερά αστέρια που δείχνουν τον δρόμο προς την ευτυχία. Είναι οι άνθρωποι, οι στάσεις της ζωής, που ανταλλάσσουν κομματάκια μικρά και μεγάλα, "καλά" και "κακά" των εαυτών τους με τα αντίστοιχα δικά σου, και εσύ -έχοντας πια μάθει να μην περιμένεις κάτι, να μην έχεις φρούδες ελπίδες, να μην θεωρείς τίποτα αυτονόητο- τα κρατάς ως πολύτιμο φυλαχτό και πορεύεσαι με αυτά. Είναι όλες εκείνες οι διαδρομές, οι πικρές, οι γλυκές, οι παρανοϊκές, οι όμορφες, οι γαλήνιες, οι άσχημες, οι παθιασμένες, οι καταθλιπτικές, οι ξέφρενες, οι μοναχικές, που όμως πάντα, κοιτώντας τες στο σύνολό τους από ψηλά, ως μακρινός παρατηρητής που καθισμένος επάνω σε έναν κομήτη αγναντεύει τη Γη, αποκτούν μια φωτεινή εικόνα πληρότητας -- και ίσως... ίσως και ελευθερίας.

Θα μπορούσε να πει κάποιος πως τα τριάντα με βρίσκουν στο σημείο μηδέν.
Όμως... όχι, θα ήταν τουλάχιστον αφελές το να ισοπεδωθεί, να εκμηδενιστεί η δεκαετία που πέρασε· η πεπερασμένη ζωή.
Έχω την πεποίθηση, πως σε ολάκερη τη ζωή μου, τίποτα δεν έχω κάνει "σωστά" ή "όπως θα έπρεπε" ή -καλύτερα- όπως θα ήταν "κοινωνικά αποδεκτό" ή σύνηθες, και μπορεί να νιώθω αμήχανα απέναντι σε αυτό, όμως βαθιά μέσα μου, είμαι πολύ υπερήφανη. Δεν ξέρω που είναι και πως θα μοιάζει το τέλος της διαδρομής, όμως αισθάνομαι να βρίσκομαι ολοένα και πιο κοντά -- και αυτό είναι ανακουφιστικό· είναι λυτρωτικό.

Συναντώ τα τριάντα απελευθερωμένη από όλα τα υλικά πράγματα, απεγκλωβισμένη από συνήθειες που μετατρέπονται σε γούστα και παραξενιές, από ρουτίνες και από μαξιλάρια ασφάλειας και βολέματος -- έστω για τώρα, έστω και για λίγο. Τα τριάντα με βρίσκουν χωρίς να έχω τίποτα "δικό μου" κοντά μου. Κοιμάμαι κάθε βράδυ σε δανεικούς καναπέδες και ρίχνω κλεφτές ματιές σε ξένες καθημερινότητες. Υπάρχουν ημέρες που γονατίζω, που δειλιάζω, που φοβάμαι, που καταρρέω, που νοσταλγώ, που είμαι έτοιμη να παραιτηθώ... αλλά.. αλλά.. γεμάτες και υπέρβαρες είναι οι βαλίτσες μου.
Έχω μαζί μου τις φιλοσοφίες και τις σκέψεις και τις ιδέες που περιμένουν να γίνουν πράξεις και πραγματικότητες· την "θεωρία" που, σαν να ήρθε το πλήρωμα του χρόνου επιτέλους, έχει πάρει μορφή και σχήμα· έχω τον Χαράλαμπο και την Μαργαρίτα, που μου ουρλιάζουν να διηγηθώ την ιστορία τους και ο,τι εκείνη συμβολίζει.
Έχω τα συναισθήματά μου, πιο ατόφια και συνειδητά από ποτέ· κι αν σε ολόκληρα τα 20s είχα αγάπη και έρωτα και πάθος δίπλα μου, τώρα, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, έχω μονάχα γύρω μου ανθρώπους-απο μηχανης θεούς που στηρίζουν με τον τρόπο τους -ή, έστω... συμπαθούν- την πρόσκαιρη ανυπαρξία της υπαρξής μου, που κάνουν την ευγνωμοσύνη, την αγάπη, την έγνοια και την ανθρωπιά να αποκτούν καινούρια, σπουδαιότερα και μεγαλύτερα νοήματα. Έχω όμως και τη σιγουριά για το πως μοιάζει και τι μορφή έχει τελικά η αληθινή, η ανιδιοτελής, η ουσιαστική και ειλικρινής αγάπη· αυτή η αγάπη που πηγάζει από ολόκληρο το είναι και δεν πληγώνεται, δεν περιορίζεται, δεν αμφισβητείται και δεν σκοτώνεται στο τέλος.
Έχω όρεξη για ζωή.

Τα τριάντα με βρίσκουν να έχω αποδομήσει ολοκληρωτικά τον εαυτό μου· να γνωρίζω περισσότερο από κάθε άλλη φορά τι και ποια είμαι· να κρατώ χαρούμενη στα χέρια μου τα κομμάτια και τα κομμάτια των κομματιών, και τα κομμάτια των κομματιών των κομματιών, τα οποία με αποτελούν και να κάνω θρασύτατα ζογκλερικά με αυτά.
Και η διαδικασία για να φτάσω σε αυτό το σημείο, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν· ένας κακοτράχαλος δρόμος γεμάτος με εμπόδια, ψευδαισθήσεις, φόβο και δειλία. Όμως όλα αυτά αποκτούν κάποιο νόημα και φαίνονται ρομαντικά και όμορφα όταν πλησιάζοντας προς την κατάκτηση της βουνοκορφής γυρνάς το βλέμμα πίσω από τον ώμο σου και τα κοιτάς από μακριά. Πλησιάζω, σου λέω.

Στα 29, ένα χρόνο πριν, έγραψα αυτό και παρόλο που έκτοτε, ένα χρόνο μετά, όλα τα δεδομένα είναι διαφορετικά, δεν θα άλλαζα ούτε μια τελεία σε εκείνο το κείμενο. Μια ματιά· μια άλλη ματιά προς το όλον, όπως και αυτή εδώ, η φετινή.

Πως με φαντάζομαι στα 40;
Με φαντάζομαι μετά από στοιχειωμένες, φωτεινές, εύκολες και δύσκολες διαδρομές, να έχω πει ακόμα περισσότερα "σ'αγαπώ" και "σ'ευχαριστώ"· να έχω κουρνιάξει σε ακόμα πιο ειλικρινείς αγκαλιές· να έχω συναντήσει και αγαπήσει και λατρέψει ακόμα περισσότερους ανθρώπους. Να έχω πάρει τόσα πολλά κομμάτια άλλων και να έχω δώσει τόσα πολλά δικά μου που η μορφή μου να είναι ξανά εντελώς διαφορετική. Να έχω ζήσει ακόμα περισσότερες δημιουργικές στιγμές. Να έχω φτάσει ακόμα πιο κοντά στην ευτυχία. Να νιώθω περισσότερο ολοκληρωμένη. Ακόμα πιο σίγουρη.

Στα 40, με φαντάζομαι ζωντανή -- και, ίσως... ίσως και ελεύθερη.

10.11.13

Επιπλέω και Βουλιάζω



Σκορπίζομαι· τρέχω γρήγορα στους δρόμους και αδιαφορώ για τα κομμάτια μου που πέφτουν -- ίσως έτσι να γίνω πιο μικρή, πιο ανάλαφρη, πιο λίγη, πιο ελεύθερη.
Ίσως έτσι να καταφέρω να μην πονάω, να μην νιώθω, να μην είμαι, να γίνω κάτι άλλο επιτέλους.
Ένα διαφορετικό -και γνώριμο όμως- άλλο.

Γίνομαι η μπλε ώρα, το φοντύ σοκολάτας σου, το Α' του Κενταύρου, οι μαύρες μπαλαρίνες, η Γράπα και το όμορφο κουτάκι του λιπ μπαλμ· γίνομαι το πλυντήριο, το σακούλι με τα μπαχαρικά, η δαντελένια ρόμπα, το haute couture μπλουζάκι, τα κεριά, το γλυκό, το καλειδοσκόπιο και το χρυσό γατάκι που σου χάρισα· βρίσκομαι μέσα στις μπύρες, στον καφέ, στο φαγητό, στην διπλανή θέση στο μπαρ, στην πλατεία, στο ταμείο του φερστ, στο καφενείο, στο λαιβ, στο αυτοκίνητο, στις σημαντικές και ασήμαντες στιγμές σου, στο μάνσκιν και το μπουρλότ. Είμαι στο chat, στα γράμματα που σου 'γραψα, στα μηνύματα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σου και στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής.
Θα σε ακούσω να μιλάς για ζώδια, για μπάλα, για μουσικές και ταινίες και τέχνη, για την καθημερινότητά σου και για τα ταξίδια σου, τους Λαχού και τους Μπητλς, για φεστιβάλ ή σουρεαλιστικά short movies, για φιλίες και αγάπες και παρελθοντικές ζωές. Διάβασέ μου ακόμα ένα γράμμα προς την μούσα σου, θέλω να ακούσω για εκείνο το εγώ σου που και σε εσένα ξένο μοιάζει πια. Πες μου για πίστη, θεούς και θρησκείες, πες μου για ρίσκα, πες μου για ασφάλειες, για ανθρωπιά και ανθρώπους, πες μου για πόθους και φόβους και ελπίδες και όνειρα και ελλατώματα και δειλίες και ομορφιές και ασχήμιες. Διψάω να ακούσω σκέψεις μέθυσμένες, χαοτικές, ντροπαλές, συγκρατημένες, ακατανόητες -- προς τους άλλους, εγώ σε καταλαβαίνω και το ξέρεις. Μάθε μου πως να εμπιστεύομαι, δείξε μου πως να δίνομαι, δίδαξέ με τον "κατανοητό" τρόπο να αγαπάω. Πες μου μια ιστορία, πες μου μια όμορφη, μια αστεία, μια σπουδαία, για σένα, ιστορία. Μιλάμε για να μην σκάσουμε και λέμε πιασάρικα τσιτάτα για να πείσουμε πρώτα με αυτά τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Είμαι εδώ, είμαι παντού.
Είμαι πουθενά.
Κάνω το τίποτά μου να μοιάζει με κάτι· με κάτι ταπεινό, άδειο, μα και σπουδαίο -- που στιγμές στιγμές δεν το αντέχεις. Νομίζω πως κι εσύ το ίδιο κάνεις.
Μην σκέφτεσαι το τι περάσαμε, το τι ζήσαμε για να φτάσουμε εδώ και το τι θα ζήσουμε, χώρια, σε λίγο. Σκέψου πως είμαστε, τώρα, αυτή τη στιγμή, μαζί -- όχι μόνοι, μαζί.
Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τίποτα για το μετά. Το ξέρω πως σε τρομάζει αυτό, πως νιώθεις καλύτερα κάτω από το πέπλο της σιγουριάς και των υποσχέσεων -- η ειλικρίνεια και τα παραμύθια δεν θα έπρεπε να σε τρομάζουν αγάπη μου.
Όμως απέναντι στο χαμόγελό σου και το καθάριο βλέμμα σου, μέσα στην αγκαλιά σου και στις ειλικρινείς συζητήσεις και στα φιλιά, στη ζάλη της 2ης μπύρας και των μεθυσμένων εξομολογήσεων, στην εκπνοή της κουρασμένης ημέρας, μέσα στη ντροπιαστική ευγνομωσύνη της βοήθειας, του κερασμένου καφέ και στην ζεστασιά του καναπέ σου, βρίσκεται το εγώ. Εκείνο, το αληθινό, χωρίς τις άμυνες, χωρίς τους τοίχους, χωρίς τις μάσκες. Εκείνο το εγώ που δεν δίνει μια για το αν είναι όμορφο ή άσχημο ή βαρετό ή ενδιαφέρον, που δεν το νοιάζει αν αγαπιέται ή μισιέται, που δεν εχει ανάγκη τα λόγια ωστε να εκφράσει τα συναισθήματα, που δεν περιμένει τίποτα και γελάει με τα "πρέπει".
Σου δίνω ένα πεταχτό φιλί και καταβάλλω υπεράνθρωπες προσπάθειες ώστε να μην μπλέξω τα δάχτυλά μου με τα δάχτυλά σου, να μην χαιδεψω τα μαλλιά σου.
Μου δίνεις υπερηρωικές δυνάμεις και κουράγια, ψευδαισθήσεις ασφάλειας και συντροφικότητας και, δεν λέω, μπορεί εκείνη τη στιγμή να είναι όλα αληθινά, όμως δεν μπορώ να ξεχάσω τις στιγμές που σου αρέσει να με βλέπεις να σέρνομαι, να τσαλακώνομαι, να πονάω, να απομακρύνομαι, να προσπαθώ να είμαι κάτι άλλο, να νιώθω κάτι άλλο, να αμφισβητώ, να ξεχνάω, να κλείνω τα μάτια σε αυτό που συμβαίνει τώρα, εδώ.
Επιλέγεις κομμάτια μου, μα δεν θα ενδιαφερθείς να δεις το πως μοιάζουν οι φόβοι και οι εφιάλτες μου, το σχήμα των πληγών μου, το χρώμα της μοναξιάς και το μέγεθος της ανασφάλειάς μου. Δεν θα μάθεις -όχι από εμένα τουλάχιστον- πως νιώθει ένας άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα, που χρησιμοποιεί τις στάχτες του για να πλάσει το νέο του σχήμα -- θα σου μιλήσω μόνο για το πόσο μαγική, ανατρεπτική και γαμημένα όμορφη είναι η ζωή. Αυτό "πρέπει" να γνωρίζεις ακόμα και αν δεν το ζητήσεις.

Μην αγχώνεσαι αν σήμερα και χθες και προχθές δεν έφαγα, να ανησυχείς για το ότι δεν ξέρεις πως κατέρρευσα στα σκαλιά του σπιτιού σου, πως έπεσα, σκούπησα τα αίματα από τα γόνατά μου και σηκώθηκα σαν να μην συμβαίνει τίποτα, πως πήγα στην τουαλέτα για να ξεπλύνω τα δάκρυά μου, πως η λέξη "δύσκολο" περιλαμβάνει ένα σωρό αφόρητα πραγματικά και αληθινά δύσκολα, πως πριν πω το πρωί "η ζωή έχει καλά και κακά, η ζωή είναι ζωή και η ζωή είναι ωραία τελικά" έχω ήδη σκεφτεί τριαντατέσσερις τρόπους αυτοκτονίας και παραίτησης, πως κάθε μέρα σκορπίζομαι και σκορπίζω οτιδήποτε μου ανήκει. Ξεχνάς πως δεν είμαι άφθαρτη και πως ντεφάκτο όλα έχουν τουλάχιστον δυο όψεις. Ξεχνάς πως μου λείπει το μαξιλάρι μου, ο πρωινός καφές, η ηρεμία, το βόλεμα και το αγαπημένο μου σημείο στο βουνό που είναι πιο σπιτίσιο και από το ίδιο μου το -τότε- σπίτι.
Ξεχνάς πως ζω εδώ. Στο τώρα σου, στο εδώ, στο όλον και το τίποτα, στην παρουσία και την απουσία σου. Πως είμαι παράσιτο αλλοτινών ζωών.
Πως τώρα τρέχω· τρέχω για να ξεφύγω από τον πόνο του πριν και τις ελπίδες του μετά· τρέχω σε ένα κυνήγι χαμένου θυσαυρού όλων εκείνων που έχω χάσει· τρέχω γιατί έτσι θα καταφέρω να επιπλεύσω και δεν θα βουλιάξω.
Μην με ζηλεύεις, μην με θαυμάζεις, μην με φοβάσαι, μην με λυπάσαι.
Προπάντων όμως, μην κάνεις το λάθος να χαρείς για την δικιά σου σταθερότητα και επιτυχία μέσω της δικιάς μου φαινομενικής αστάθειας και αποτυχίας. Όλοι κουκκίδες στο σύμπαν είμαστε. Όλοι -πάνω κάτω- το ίδιο ασήμαντοι, μεγαλομανείς και ματαιόδοξοι είμαστε.

Κάποιος είπε κάποτε, πως σκότωνα συναισθήματα. Μα δεν έβλεπε πως τα δικά μου συναισθήματα δεν έμοιαζαν με κουτάβια αλλά με καρπους γερικων δέντρων. Κάποιος είπε πως η θεωρία μου περί του απόλυτου γκρι μιλούσε για μετριότητα, μα δεν μπορούσε να αντιληφθεί την έννοια της αρμονίας. Κάποιος είπε πως είμαι αυτοκαταστροφική, μα κοίταζε μόνο τα χείλη που μάτωναν ανοιγοκλείνοντας και δεν άκουγε τα λόγια που ξεστόμιζαν. Κάποιος, κάποτε, είπε πως στην ζωή μου πηγαίνω κι ερχομαι και φεύγω, φεύγω, φεύγω και πως τα έχω κάνει όλα σκατά, μα δεν μπορούσε να αντιληφθεί πως ειμαστε ανικανοι να βγάλουμε νόημα από τις ζωές των άλλων γιατί δεν τις ζούμε εμείς.

Εμείς την γράφουμε την ιστορία μας -- δεν έχει σημασία αν θα τη γράψουμε σε περγαμηνές, δερματόδετα βιβλία ή μπλε σχολικά τετράδια· φτιάξε μου ένα τσάι, έναν διπλό ελληνικό καφέ, βάλε σε ένα μπολ μερικά φρούτα, ταχίνι και ξηρούς καρπούς, άλειψε μου σε μια φέτα ψωμί βούτυρο και μέλι και θα σου μιλήσω για τα κεντρικά πρόσωπα της δικής μου ιστορίας, την πλοκή αλλά και τον δικό σου ρόλο, αν το θες, αν το αντέχεις. Αντέχεις; Αντέχεις να είσαι σημαντικός ή ασήμαντος για κάποιον;

 "Σκορπιζόμαστε", είπε κάποιος, ένα βράδυ. "Είμαστε σύννεφα, είμαστε αέρας, είμαστε πεφταστέρια, είμαστε οι σπίθες της φωτιάς".
Πέφτουμε και σηκωνόμαστε, βουλιάζουμε και επιπλέουμε, στύβουμε τις καρδιές μας τα βραδια και πίνουμε το επομενο πρωί τον χυμό τους. Περνώντας από το μαύρο και το άσπρο, βρίσκουμε πιο γρήγορα την σωστή τιμή του απόλυτου γκρι. Είμαστε στρατιώτες στο ίδιο στρατόπεδο· μαχόμαστε για ζωή. Δεν γίνεται αλλιώς. Δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς. Θα τα καταφέρουμε, δεν μπορεί να μην τα καταφέρουμε.

Θα βουλιάξουμε και μετά τα επιπλεύσουμε.
Θα επιτύχουμε και θα αποτύχουμε.
Απο "τίποτα" θα μετατραπουμε σε "κάτι" και από "κάτι" σε "τίποτα".
Θα αλλάξουμε και θα γίνουμε άλλοι.
Ξανά και ξανά και ξανά.
Μέχρι να βρούμε την αληθινή μας μορφή.
Άνθρωποι είμαστε.

27.7.13

Λεκτικός Εμετός



Ξερνάω πράσινες τοξικές λέξεις
και από τα μάτια μου τρέχουν κατακόκκινα καυτά γράμματα.

Φθόγγοι, φωνήεντα και πολυσύλλαβες λέξεις
ίσως να μην μπουν ποτέ στην σωστή σειρά,
να μην βρουν ποτέ το σωστό συντακτικό
για να αποτυπώσουν μεγαλειώδης προτάσεις που μιλούν για μίσος
για απογοήτευση, για φόβο, για ανασφάλεια, για ελπίδα
για μικρότητες, για σπουδαιότητες
για τα νοήματα του σύμπαντος
για αγάπη
για σένα.

Ξερνάω πράσινες αιχμηρές λέξεις
και εκείνες σχηματίζουν αυτό το κείμενο,
το οποίο δεν είναι για εσένα.
Για εσένα που φάνηκες άνθρωπος λίγος, ανεπαρκής, εγωιστής,
φοβισμένος, ανασφαλής, βολεμένος στα στανταρντς της "κανονικότητας"
μη διατεθειμένος να ξοδέψεις λίγες στιγμές της ζωή σου
ώστε να μπεις στη ζωή άλλων
και να δεις με τα μάτια τους, να νιώσεις με την καρδιά τους,
να συντονίσεις τους νευρώνες του εγκεφάλου τους με τους δικούς σου.
Ανίκανο να καταλάβει τα συναισθήματα, να αντιληφθεί τα θέλω,
τα λόγια τους, τις σιωπές, τα αγγίγματα, τις πράξεις, τις ανάσες τους
τους γαλαξίες και τα νεφελώματα που γεννιόνταν
μέσα στο βλέμμα τους,
τα λουλούδια που σπείρονταν και άνθιζαν και πέθαιναν και σάπιζαν
μέσα στην ψυχή τους.

Ξερνάω πράσινες αρρωστιάρικες λέξεις
που βγαίνουν από τα σωθικά μου και είναι όλες δικές μου.
Που δεν χαρίζονται σε κανέναν και σίγουρα δεν χαρίζονται σε εσένα,
που ενώ είδες άλλους να βουλιάζουν, να πνίγονται,
να καταστρέφουν τους εαυτούς τους,
εσύ άνοιξες άλλη μια παγωμένη μπίρα και απήλαυσες το θέαμα.
Σε εσένα που ενώ βρήκαν τον τρόπο και σου δίδαξαν
τα πιο απόκρυφα μυστικά,
εκείνα που βρίσκονται κάτω από χιλιάδες καλύμματα κρυμμένα,
τα πιο ουσιώδη για εσένα, για τους άλλους,
για τη ζωή ολάκερη,
εσύ τα περιφρόνησες και τα γελοιοποίησες και δεν τα κατανόησες ποτέ.
Τα μετέτρεψες σε πλαστικά παιχνίδια
και αφότου πέρασες ένα απόγευμα μαζί τους
τα πέταξες στα σκουπίδια χωρίς να ενδιαφερθείς για την αγνότητά τους,
για την ολότητα του νοήματός τους, για το φως που τα έκανε να λάμπουν
μα ούτε για την σημασία αυτής της γνώσης.
Σε εσένα που είδες τους απογυμνωμένους εαυτούς σαν παράνοιες,
τις ομορφιές σαν ασχήμιες, τις αλήθειες σαν ψέμματα, το όλον σαν τίποτα.
Και δεν θα χαριστούν ποτέ σε εσένα που είσαι μικροπρεπής,
κλειστόμυαλος, παρά την πεποίθησή σου για το αντίθετο
φτηνός, πρόσκαιρος, εγωκεντρικός, επιφανειακός και δειλός.

Από τα μάτια μου κυλούν ματωμένα γράμματα
τα συστατικά των λέξεων που απευθύνονταν σε εσένα
και που πέθαναν στην προσπάθειά τους να σχηματίσουν τις σωστές,
αυτές που θα μιλούσαν για την σπουδαιότητά σου
για την ικανότητά σου να δείχνεις τις ολότητες
όταν οι άλλοι κοιτούσαν τα κομμάτια
για το ότι τόλμησες να επιδείξεις ωμές και σκληρές και επίπονες αλήθειες
ακόμα και όταν δεν ήξερες ποιο ήταν το τίμημα.
Για τις τρυφερότητες, τις έγνοιες, τα παραμύθια, τις ειλικρίνειες,
τις ανιδιοτελείς αγκαλιές
τις απαντήσεις στα συναισθήματα των άλλων μόνο με συναισθήματα.
Για τους ρητορικούς λόγους, τα ξεσπάσματα, τις σιωπηλές ακροάσεις
για τις στιγμές που ήσουν πιο ανθρώπινος από τους ανθρώπους
και που έκανες τους άλλους υπερήφανους για το είδος τους.
Τις στιγμές που έγινες γονιός, φίλος, συνοδοιπόρος,
ο βράχος σε μια μαινόμενη θάλασσα, η προσωποποιημένη γαλήνη,
ο Θεός.
Αυτές οι λέξεις δεν μπορούν να σχηματιστούν
ώστε να μην μοιάζουν λίγες, εύκολες, απλές,
τιποτένιες μπροστά σου.

Μέσα σε πράσινους, τοξικούς, λεκτικούς εμετούς
και ματωμένα, κατακόκκινα και καυτά γράμματα,
γράφω αυτό το φτηνό και άνευ λογοτεχνικής αξίας κείμενο
που στερείται όμορφων και περίτεχνων προτάσεων,
μονάχα για εμένα.
Για εμένα που κάνω ηλίθιες πράξεις, πανέξυπνες σκέψεις
και ηλίθιες σκέψεις, πανέξυπνες πράξεις.
Που είμαι ενδιαφέρουσα και βαρετή, σκληρή και ευάλωτη
πλούσια σε συναισθήματα και φτωχή σε ύλη
αρκετή σε κάποιους, λίγη για κάποιους άλλους
"κανονική" και διαφορετική.
Που κατανοώ τις επιθυμίες, τις ανάγκες, τα λόγια των γύρω μου
και ακόμα και αν με πονάει, με καταστρέφει και με πληγώνει
και ακόμα και αν οι ίδιοι δεν τις κατανοούν στην σημασία τους,
να τις δέχομαι
να χαμογελώ με τις ειρωνείες, να συμπονώ τις ψυχώσεις
να γελάω με την εκδίκηση, να θλίβομαι με τις επιφυλάξεις και τις δειλίες
να απογοητεύομαι με τις μικρότητες των σπουδαίων.
Που μπορώ, ακόμα, να ακούω τις επιταγές των κυττάρων μου
και να τις ακολουθώ
απολαμβάνοντας ή πληρώνοντας το τίμημά τους.
Που δεν μετανιώνω για πράξεις,
γιατί πάντοτε ζύγιζα καλά τις επιλογές
γιατί πάντοτε τα θέλω μου αλυχτούσαν μέσα μου
ξέσκιζαν το είναι μου
πατούσαν πάνω στις πρόσκαιρες επιθυμίες και τις ασφάλειες
για να ελευθερωθούν.
Που δεν ονειρεύομαι μια ζωή βουτηγμένη στα μικρά
αλλά προσπαθώ να πετάξω και να ακουμπήσω τα μεγάλα.
Που στρέφω τα μάτια μου στον νυχτερινό ουρανό
και δεν φοβάμαι το μαύρο του.
Που μπορώ και πληκτρολογώ μακροσκελή κείμενα
με αφορμή την απουσία τους.
Για εμένα, που είμαι εγώ.

Μετά τις λέξεις, ίσως να αρχίσω να ξερνάω συναισθήματα.
Ίσως να γράψω κείμενα όχι για εμένα, αλλά για εσένα..
Και ίσως, τότε, να τρομάξεις..






17.4.13

Silence



We rise in silence                               breathe in silence              cry in silence
                                   walk in silence
             learn in silence
                                   dance in silence
                 laugh in silence
                                   dream in silence.







We scream in silence                                    live in silence              love in silence
                                   hate in silence
             ache in silence
                                   stale in silence
                 pray in silence
                                   die in silence.